Όταν αποφασίζουμε να κάνουμε μια θεραπεία, συνήθως ψάχνουμε πρώτα τη θεραπεία.
Τι κάνει. Πόσο κοστίζει. Αν πονάει. Πόσο κρατάει. Πότε θα δούμε αποτέλεσμα.
Ίσως όμως πριν από όλα αυτά πρέπει να ψάξουμε κάτι άλλο.
Πού πάμε και σε ποιον εμπιστευόμαστε το σώμα μας.
Γιατί τα τελευταία χρόνια τα όρια ανάμεσα στην ιατρική, την αισθητική ιατρική και την απλή περιποίηση έχουν αρχίσει, τουλάχιστον στα μάτια του κοινού, να μπερδεύονται.
Βλέπουμε PRP, ενέσιμες θεραπείες, lasers, συσκευές ενέργειας και κάθε είδους «αναγεννητικές» θεραπείες να προβάλλονται στα social media με την ίδια ευκολία που προβάλλεται μια περιποίηση προσώπου.
Και κάπως έτσι μπορεί να ξεχάσουμε κάτι πολύ βασικό.
Δεν είναι όλα μια περιποίηση.
Το PRP, για παράδειγμα, δεν είναι απλώς «κάτι φυσικό από το αίμα μας» που βάζουμε στο πρόσωπο.
Προϋποθέτει αιμοληψία, επεξεργασία του αίματος και χρήση του παραγόμενου πλάσματος ανάλογα με την εφαρμογή.
Μια ενέσιμη θεραπεία σημαίνει ότι κάποιος εισάγει μια ουσία στο σώμα μας.
Ένα laser δεν είναι απλώς ένα ακριβό μηχάνημα που «κάνει καλό στο δέρμα». Διαφορετικά lasers έχουν διαφορετικές ενδείξεις, διαφορετικό τρόπο δράσης και διαφορετικούς πιθανούς κινδύνους.
Και αυτό ακριβώς πρέπει να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε ως ασθενείς και ως καταναλωτές.
Να μη μας αρκεί το όνομα μιας θεραπείας. Να μαθαίνουμε τι πραγματικά κάνει.
Υπάρχουν δεδομένα ότι λειτουργεί;
Για ποιο πρόβλημα;
Σε ποιους ανθρώπους;
Πόσο μεγάλο είναι το αποτέλεσμα που μπορούμε ρεαλιστικά να περιμένουμε;
Και —εξίσου σημαντικό— τι δεν μπορεί να κάνει;
Γιατί το γεγονός ότι μια θεραπεία υπάρχει δεν σημαίνει ότι τη χρειαζόμαστε.
Και το γεγονός ότι κάποιος διαθέτει ένα μηχάνημα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι και ο κατάλληλος άνθρωπος για να αποφασίσει αν πρέπει να χρησιμοποιηθεί πάνω μας.
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημείο που παραβλέπουμε περισσότερο.
Ρωτάμε:
«Κάνει αυτή τη θεραπεία;»
Ενώ θα έπρεπε πρώτα να ρωτάμε:
«Ποιος είναι αυτός που την κάνει;»
Ποια είναι η ειδικότητά του;
Ποια είναι η εκπαίδευσή του στη συγκεκριμένη πράξη;
Έχει τη γνώση να καταλάβει αν είμαι κατάλληλος για αυτήν;
Μπορεί να αναγνωρίσει μια αντένδειξη πριν ξεκινήσει;
Και κυρίως:
Αν κάτι πάει στραβά, ξέρει τι να κάνει;
Γιατί εκεί βρίσκεται μια διαφορά που δεν φαίνεται στις φωτογραφίες του Instagram.
Όταν όλα πάνε καλά, πολλές θεραπείες μπορεί να μοιάζουν εύκολες.
Μια ένεση κρατά λίγα λεπτά.
Μια συνεδρία με ένα μηχάνημα μπορεί να φαίνεται απλή.
Μια αιμοληψία είναι κάτι που οι περισσότεροι έχουμε κάνει πολλές φορές.
Η ιατρική γνώση όμως δεν χρειάζεται μόνο για να πραγματοποιηθεί μια πράξη.
Χρειάζεται για να αποφασιστεί αν πρέπει να γίνει.
Χρειάζεται για να γνωρίζει κάποιος πότε δεν πρέπει να γίνει.
Και χρειάζεται περισσότερο από ποτέ όταν κάτι δεν εξελιχθεί όπως περιμέναμε.
Γι’ αυτό έχει σημασία και ο χώρος.
Δεν είναι υπερβολή να θέλεις να γνωρίζεις αν η πράξη που πρόκειται να κάνεις πραγματοποιείται σε περιβάλλον κατάλληλο γι’ αυτήν.
Όπως δεν θα πηγαίναμε σε ένα ιατρείο για να κάνουμε μανικιούρ, έτσι δεν θα έπρεπε να θεωρούμε φυσιολογικό ότι μια πράξη γίνεται αυτομάτως ασφαλής επειδή προσφέρεται μέσα σε έναν όμορφο χώρο αισθητικής.
Κάθε πράγμα έχει τον χώρο του. Και κάθε πράξη τον κατάλληλο επαγγελματία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να φοβόμαστε τις αισθητικές θεραπείες.
Το αντίθετο.
Σήμερα έχουμε εξαιρετικές τεχνολογίες και θεραπείες που, όταν χρησιμοποιούνται για τη σωστή ένδειξη, στον κατάλληλο άνθρωπο και από κατάλληλα εκπαιδευμένο επαγγελματία, μπορούν να δώσουν πολύ καλά αποτελέσματα.
Ακριβώς επειδή υπάρχουν καλές θεραπείες, όμως, πρέπει να μάθουμε να τις ξεχωρίζουμε από την υπερβολή, το marketing και την εφαρμογή χωρίς πραγματική ένδειξη.
Και πριν κλείσουμε το επόμενο ραντεβού μας, ίσως αξίζει να μην ξεκινήσουμε ρωτώντας:
«Πόσο κάνει;»
Αλλά:
Τι ακριβώς πρόκειται να μου κάνετε;
Γιατί το χρειάζομαι;
Τι αποτέλεσμα μπορώ πραγματικά να περιμένω;
Τι κινδύνους έχει;
Ποιος θα το κάνει;
Και τι θα συμβεί αν υπάρξει επιπλοκή;
Δεν χρειάζεται να γίνουμε γιατροί για να κάνουμε αυτές τις ερωτήσεις.
Χρειάζεται απλώς να θυμόμαστε κάτι που μέσα στην υπερπροσφορά θεραπειών έχουμε αρχίσει να ξεχνάμε.
Δεν αγοράζουμε μια θεραπεία. Εμπιστευόμαστε σε κάποιον το σώμα μας.
Και πριν το κάνουμε, έχουμε κάθε δικαίωμα να γνωρίζουμε τι πρόκειται να μας κάνει, γιατί πρέπει να το κάνει και αν είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για να το κάνει.





